αποτυχία < αρχαία ελληνική ἀποτυχία < ἀποτυγχάνω < ἀπό + τυγχάνω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰewgʰ– (παράγω, δύναμαι, πετυχαίνω) Αποτυχία είναι να αστοχώ, να μη πετυχαίνω. Προφανώς, δεν μας αρέσει να προσπαθούμε για κάτι και να νιώθουμε χαμένοι, ότι δεν ανταμείφθηκαν οι κόποι μας, ακόμα και ότι είμαστε άχρηστοι. Παρ’ όλο που πολλοί εκεί έξω ισχυρίζονται ότι οι αποτυχίες και τα λάθη είναι απαραίτητα για την εξέλιξή μας ως ανθρώπινα […]

Continue Reading